Είχα ακούσει πολλά για το 48 Urban Garden, το εστιατόριο στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ιλεάνα Τούντα. Ομολογώ ότι τα θετικά σχόλια ήταν κυρίως για την αισθητική του χώρου και λιγότερο για το φαγητό του (εκ των υστέρων καταλαβαίνω γιατί).

Είχα περάσει πολλές φορές απ έξω και όλο έλεγα να το δοκιμάσω μέχρι που έφτασε το πλήρωμα του χρόνου. Μπήκα προκατειλημμένος θετικά καθώς με ενθουσιάζει επί της αρχής η συνύπαρξη της εικαστικής τέχνης με το φαγητό.

Διαβαίνοντας την πόρτα αποδείχθηκε ότι η άποψη μου δικαιώθηκε. Πίσω από τον industrial τοίχο της γκαλερί έχει φυτρώσει ένας κήπος που εκπέμπει θετική ενέργεια.

Τραπέζια πικ νικ, πάγκοι κι ένας τεχνητός κισσός που καλύπτει τους εσωτερικούς τοίχους και την οροφή συμβάλουν στην ψευδαίσθηση του χώρου. Το vintage τροχόσπιτο που έχει μεταμορφωθεί σε κουζίνα δημιουργεί την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε μια new age καντίνα αγγλοσαξονικού πανεπιστημίου. Όλα αυτά συμβαίνουν στο εσωτερικό του εστιατορίου, διότι στον πραγματικό κήπο, η ατμόσφαιρα είναι πιο «γνήσια» καθώς τα αρωματικά φυτά και τα δέντρα συμβάλλουν στην χαλαρότητα που σου δημιουργεί ο χώρος. Ωραία μουσική στην κατάλληλη ένταση, φιλικό και ευγενικό σέρβις, κόσμος σε ευχάριστο casual mood, απ όλο το ηλικιακό φάσμα μεταξύ 20 και 60, συμπλήρωσαν την πρώτη μου – θετική- εικόνα.

Ο κατάλογος μου φάνηκε κάπως πιο μίνιμαλ από τη διακόσμηση.

Δύο επιλογές σε σαλάτα:
‘’ Σαλάτα Endive’’ καπνιστός μπακαλιάρος, vinaigrette πορτοκάλι και βασιλικό, σκόνη ελιάς, που τη βρήκα περίεργη επιλογή, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν με ξετρελαίνει ο μπακαλιάρος, οπότε δεν είμαι αντικειμενικός.

Και μια “Πράσινη Σαλάτα” με ραντίτσιο, baby ρόκα, baby σπανάκι, chèvre και αποξηραμένα σύκα που ήταν πραγματικά συμπαθής.

Το “Πεϊνιρλί’’ ραγού γαρίδας,καπνιστή μελιτζάνα ενδιαφέρον και διαφορετικό.

Η πρόταση του “Black Angus Picanha” sauce béarnaise σε συνδυασμό με την εικόνα της καντίνας, δεν με έπεισε, αλλά μπορεί να αδίκησα τον σεφ διότι δεν δοκίμασα τη sauce του.

Μου είχαν συστήσει ωστόσο να δοκιμάσω τα burgers.

Είχα να διαλέξω ανάμεσα στο Moroccan Hamburger (αγγούρι, ντομάτα, κρεμμύδι, γιαούρτι και harissa) και το “Dirty Hamburger” (cheddar, μπέικον, κρεμμύδι, μαγιονέζα και πίκλες). Δοκίμασα και τα δύο για να είμαι σίγουρος.

Ζουμερά και γευστικότατα μπιφτέκια. Στον μεν Moroccan η πάστα harissa (από ψημένες κόκκινες πιπεριές κόλιανδρο σκόρδο και διάφορα άλλα αρωματικά) έκανε τη διαφορά αν και ομολογώ πως πιο εύκολα θα χαρακτήριζα το πιάτο Tunisian παρά Moroccan, αλλά αυτό αφορά περισσότερο τους ιστορικούς της γαστρονομίας που επιμένουν ότι η χαρίσσα γεννήθηκε στην Τυνησία και όχι στο Μαρόκο.

Στο δε Dirty Hamburger δεν διαπίστωσα κάποια συγκλονιστική έκπληξη, αλλά έχω μάθει πλέον να μη θεωρώ τα αυτονόητα απολύτως δεδομένα. Μπόλικες τραγανές πατάτες τηγανητές δίπλα στο κάπως «φειδωλό» μπιφτέκι κι ένας κατάλογος κρασιών που ταίριαζε στην απλότητα του όλου concept.

Να σημειώσω πως οι τιμές κινούνται στο πνεύμα των καιρών μ έναν έντιμο συνδυασμό value for money.

Θα ξαναπάω; Σίγουρα ναι. Το φαγητό μπορεί να μη με συγκλόνισε ήταν όμως αξιοπρεπέστατο, ενώ η ατμόσφαιρα και το γενικότερο feeling με ενθουσίασε. Την επόμενη φορά θα επιλέξω να κάτσω έξω, στον κήπο και όχι στον «εσωτερικό κήπο», δίπλα στην κουζίνα, που άφησε στα ρούχα μου ένα «αποτύπωμα τηγανητού».

Επίσης ελπίζω η απόδειξη (και όχι η ανάλυση λογαριασμού) να έρθει στο τραπέζι μου χωρίς να τη ζητήσω, κάτι που με ενοχλεί ιδιαιτέρως όταν συμβαίνει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν στάθηκε πάντως ικανό να χαλάσει τη διάθεση της βραδιάς η οποία συνεχίστηκε και μ ένα δροσερό Tom Yam Siam κοκτέιλ στο πολύ ζωντανό μπαρ του εστιατορίου.