Το ελαιόλαδο είναι βασικό στοιχείο της μεσογειακής διατροφής και θεωρείται υγιεινό προϊόν λόγω της περιεκτικότητάς του σε μονοακόρεστα λιπαρά. Είναι το έλαιο των καρπών της ελιάς. Εξάγεται με έκθλιψη των ελιών, οι οποίες πρέπει να συλλέγονται πριν από την τελική τους ωρίμανση, όταν δηλαδή έχουν χρώμα πράσινο-βιολετί, καθώς η ποιότητα του λαδιού τους είναι πολύ καλύτερη από αυτήν του λαδιού που εξάγεται από τους τελείως ώριμους καρπούς. Το «παρθένο ελαιόλαδο»περιέχει ανέπαφα όλα τα βασικά συστατικά που περιείχε και μέσα στον καρπό της ελιάς (βιταμίνες, ιχνοστοιχεία, μικροστοιχεία κτλ) και είναι εκείνο που έχει όλες τις ευεργετικές για την υγεία ιδιότητες.Τα «παρθένα ελαιόλαδα» κατατάσσονται και ταξινομούνται αναλυτικά με τις ακόλουθες ονομασίες, ανάλογα με την περιεκτικότητά τους σε ελεύθερα λιπαρά οξέα (οξύτητα) και με κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προβλέπονται για την κάθε κατηγορία:

Εξαιρετικό Παρθένο Ελαιόλαδο (οξύτητα ≤0,8%)

Παρθένο Ελαιόλαδο (οξύτητα ≤2,0%)

Ελαιόλαδο Λαμπάντε (οξύτητα >2,0%) (είναι ακατάλληλο για κατανάλωση ως έχει και προορίζεται για ραφινάρισμα ή για βιομηχανική χρήση).

Μερικές θετικές επιδράσεις του ελαιολάδου είναι οι εξής:

Είναι καλό για το στομάχι

Δίνει λάμψη στα μαλλιά

Αποτρέπει την εμφάνιση πιτυρίδας

Είναι καλό για τα ξηρά δέρματα

Επιβραδύνει την εμφάνιση ρυτίδων

Μαλακώνει το δέρμα

Δυναμώνει τα νύχια

Ανακουφίζει τα κουρασμένα πόδια

Εξαλείφει την ακμή

Μειώνει τα αποτελέσματα του αλκοόλ

Τα ελαιόδεντρα καλλιεργούνται στην Ελλάδα από την αρχαιότητα. Για τους αρχαίους Έλληνες, η ελιά αντιπροσώπευε, ανάμεσα σε άλλα πράγματα, την ειρήνη εξαιτίας της ηρεμίας της και οι Έλληνες εκτιμούσαν αυτό το δένδρο τόσο πολύ που οι νικητές των αρχαίων Ολυμπιακών αγώνων βραβεύονταν με ένα στεφάνι αγριελιάς.

Σήμερα το ελαιόδενδρο αποτελεί την πιο εκτεταμένη καλλιέργεια στη χώρα. Η Ελλάδα παράγει περίπου 400.000 τόνους ελαιόλαδου ετησίως και είναι η τρίτη μεγαλύτερη ελαιοπαραγωγός χώρα σε όλο τον κόσμο. Οι συνθήκες καλλιέργειας και οι μέθοδοι παραγωγής ελαιόλαδου δεν έχουν αλλάξει πολύ με την πάροδο του χρόνου.

Tο ελληνικό ελαιόλαδο- ιδιαίτερα το πιστοποιημένης προέλευσης και παραγωγικής διαδικασίας θεωρείται το κορυφαίο σε ποιότητα διεθνώς. Eνώ, όμως, θα περίμενε κανείς να είναι ανάλογη και η αποδοχή του στις αγορές του εξωτερικού, εντούτοις, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική και ο οξύτατος ανταγωνισμός που υφίσταται παγκοσμίως σε επίπεδο τιμών δεν αφήνει πολλά περιθώρια διείσδυσης και διεκδίκησης του αναλογούντος μεριδίου αγοράς.

H αγορά του ελαιολάδου, δημιουργώντας εισοδήματα που πλησιάζουν σε ετήσια βάση το 1,5 δις ευρώ και συναλλαγματικές εισροές από τις εξαγωγές του προϊόντος τα 300 εκατ. ευρώ, έχει μεγάλη σημασία για την εθνική μας οικονομία. Σύμφωνα με σχετική μελέτη του OΠE, στο πλαίσιο του αυξανόμενου ανταγωνισμού, κύριο πλεονέκτημα της ελληνικής παραγωγής, είναι η υπεροχή στην ποιότητα του παραγόμενου ελαιολάδου. Συγκεκριμένα, το 80% περίπου της ελληνικής παραγωγής είναι extra παρθένο ελαιόλαδο (οξύτητας 0-1 βαθμών), έναντι του 50% της παραγωγής της Iταλίας και του 40% της Iσπανίας.

Εντούτοις, παρά την ποιοτική υπεροχή της παραγωγής και παρόλο που ο κλάδος διαθέτει σύγχρονη και αναπτυγμένη βιομηχανία τυποποίησης, μέχρι σήμερα η ισορροπία στην αγορά του ελληνικού ελαιολάδου εξασφαλίζεται μέσα από χύμα εξαγωγές του προϊόντος προς την Iταλία, όπου συσκευάζεται και επανεξάγεται με ιταλικές ετικέτες, ενώ η επώνυμη παρουσία του στις αγορές μη ελαιοπαραγωγικών χωρών του εξωτερικού περιορίζεται στο 10% του συνόλου των εξαγωγών και κινείται σε επίπεδα κάτω από τους 15.000 τόνους ετησίως.

Μέγιστο πρόβλημα αποτελεί η εξαγωγή του προϊόντος σε «χύμα» μορφή η οποία δεν επιτρέπει να αυξηθεί η απασχόληση στον τομέα της τυποποίησης, να επωφεληθούν οι Eλληνες εξαγωγείς της προστιθέμενης αξίας τυποποίησης, να αναπτύξουν ασφαλείς δεσμούς με τα δίκτυα διανομής στις μη ελαιοπαραγωγούς χώρες, να αναδειχθούν στη συνείδηση εμπόρων και καταναλωτών τα ποιοτικά πλεονεκτήματα του ελληνικού ελαιολάδου, καθώς και να επωφεληθούν οι ελληνικές εξαγωγές από τη στροφή προς τα προϊόντα υγιεινής διατροφής και τη μεσογειακή δίαιτα.

Τεράστιο ενδιαφέρον για το ελληνικό ελαιόλαδο δείχνει τα τελευταία χρόνια η Κίνα. «Η άνοδος του βιοτικού επιπέδου ενός σημαντικού κομματιού της κινεζικής κοινωνίας ευνοεί την αύξηση της κατανάλωσης ελαιολάδου, παρά τη σημαντική διαφορά τιμής, ως μια πιο υγιεινή εναλλακτική στα άλλα εδώδιμα έλαια. Η αύξηση αυτή αντανακλάται τόσο σε επίπεδο εισαγωγών ελαιολάδου, όσο και στις προσπάθειες, εκ μέρους της Λ.Δ. Κίνας, εξεύρεσης κατάλληλων εδαφών για εγχώρια παραγωγή», αναφέρει έρευνα του γραφείου οικονομικών και εμπορικών υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στο Πεκίνο.

Οι Κινέζοι χρησιμοποιούν το ελαιόλαδο ως:

– καλλυντικό, για τη βελτίωση της υφής του δέρματος (από γυναίκες),

– φάρμακο, δηλ. το ελαιόλαδο πίνεται, καθώς σύμφωνα με την παραδοσιακή κινεζική ιατρική βοηθάει στην καταπολέμηση ορισμένων ασθενειών (από μεσήλικες και άτομα τρίτης ηλικίας), και

– μαγειρικό έλαιο (από νοικοκυριά με υψηλότερο εισόδημα και μορφωτικό επίπεδο).